ἔδραθον

ἔδρᾰθον, ες, ε, poet. [tense] aor. 2 of δαρθάνω.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔδραθον — δαρθάνω sleep aor ind act 3rd pl δαρθάνω sleep aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαύω — (Α) κοιμάμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί για την αρχική προέλευση τού ρ. δαύω δεν είναι ευρύτερα αποδεκτές. Συνδέθηκε με το ρ. ιαύω «κοιμάμαι» και κυρίως αύω (=ιαύω, στον επικό Νίκανδρο) λόγω της μορφολογικής τους ομοιότητας.… …   Dictionary of Greek

  • drē- : drǝ-, extended dr-ē̆m- —     drē : drǝ , extended dr ē̆m     English meaning: to sleep     Deutsche Übersetzung: ‘schlafen”     Material: O.Ind. drü ti, drü ya ti, tē “asleep”, ni drü ‘sleep”; in addition zero grade ni drita ḥ ‘sleeping, dozed off”; Arm. tartam ‘slow …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.